Αναλυτικά αποτελέσματα ελλήνων αθλητών/τριών ανά περίοδο, πίνακες αξιολόγησης και μετάλλια από το 1947.
| Το αθλητικό ταλέντο (3) |
|
|
|
Σχέση βιολογικής ηλικίας και απόδοσης Η ανάπτυξη του ανθρώπου αποτελεί μια πρόκληση για τις επιστήμες μιας και συνδέεται με ποικίλες αλλαγές τόσο στο σωματικό επίπεδο όσο και στο ψυχοσυναισθηματικό τομέα. Ως τόσο η έννοια της ανάπτυξης συνοδεύεται από τρόπους μέτρησης, όπως η χρονολογική ηλικία ή η σχολική επίδοση που μολονότι οριοθετούν κάποια βασικά στοιχεία εξέλιξης, δεν είναι δυνατόν να αποδώσουν την βιολογική ανάπτυξη ουσιαστικά. Με τον όρο χρονολογική ηλικία, εννοούμε την απαρίθμηση των ετών από την ημερομηνία γεννήσεως του ατόμου. Γενικά, συνηθίζουμε να θεωρούμε ως απαρχή της Εφηβικής Ηλικίας τα 12 έτη για τα κορίτσια και τα 131/2 για τα αγόρια ( Παρασκευόπουλος, 1990 ). Έρευνες έχουν αποδείξει ότι η χρονολογική ηλικία δεν συνδέεται πάντα με την ανάπτυξη μιας και υπάρχουν σημαντικές μεταβολές από άτομο σε άτομο τόσο στην έναρξη όσο και λήξη αυτής καθώς και στα γνωρίσματα που εμφανίζονται ανά άτομο (Hall, 1904). Η χρονολογική ηλικία μάλλον είναι ένας παράγοντας για την γενικότερη οριοθέτηση και έλεγχο της αναπτυξιακής διαδικασίας. Η βιολογική ηλικία και συγκεκριμένα η μεγαλύτερη βιολογική ηλικία σε αθλητές της ίδιας χρονολογικής ηλικίας αποτελεί στοιχείο καλύτερης απόδοσης ( Williams, Reilly, 2000 ). Έτσι, στη συγκεκριμένη μελέτη με νεαρούς ποδοσφαιριστές, έφτασαν στο συμπέρασμα, ότι οι καλύτεροι από αυτούς είχαν μεγαλύτερη βιολογική ηλικία. Σε παρόμοια συμπεράσματα οδηγήθηκε και ο Malina et. al. (2000 ) σε αντίστοιχη μελέτη με ποδοσφαιριστές. Αυτοί που έχουν αργοπορημένη βιολογική ηλικία πολλές φορές εγκαταλείπουν πιο εύκολα τον αθλητισμό από τους υπόλοιπους. Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήγει και ο ( Baxter-Jones, 1995 ), επισημαίνοντας ότι η βιολογική ωριμότητα θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ' όψιν στην αξιολόγηση της απόδοσης. Επίσης, παρατηρεί, ότι η σκελετική ηλικία είναι σαφώς καλύτερος δείκτης αλλά και « προάγγελος » αθλητικής απόδοσης - πράγμα που είναι ιδιαίτερα ουσιαστικό για την ανίχνευση των αθλητικών ταλέντων - από τη χρονολογική ηλικία. Τις παραπάνω απόψεις υποστηρίζουν και ο ( Balyi, 2004 ), όπου θεωρεί ότι η χρονολογική ηλικία δεν είναι τόσο αξιόπιστη παράμετρος ώστε να τεθεί ως βάση για την ανάπτυξη αθλητικών μοντέλων ανάμεσα στις ηλικίες από 10 έως 16. Ο υπολογισμός της βιολογικής ηλικίας ως παράγοντας επιλογής αθλητικών ταλέντων και η άμεση σχέση με την απόδοση είχε εκφραστεί και παλαιότερα ( Bompa, 1985; Thomson et.al., 1985). Σύμφωνα με τον ( Harre 1991), υπάρχουν τρεις μέθοδοι ελέγχου της βιολογικής ηλικίας, βάση των γενετικών χαρακτηριστικών (σημεία ωρίμανσης), με τη χρήση ακτινογραφίας για τον καθορισμό της σκελετικής ηλικίας και τέλος από εξέταση των συσχετισμών των σωματικών χαρακτηριστικών (ηλικία και αναλογίες). Επιγραμματικά αξίζει να αναφερθεί, ότι η βιολογική ηλικία έχει άμεση σχέση με την σκελετική ωρίμανση και η μέτρηση της οστεοποίησης των οστών του καρπού είναι αυτή που αποδίδει τον βαθμό ωρίμανσης. Επίσης, υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στο σωματικό μέγεθος, την βιολογική ωρίμανση, δύναμη και γενικότερη κινητική ευρωστία ( Katzmarzyk et. al.1997 ). Εργαστηριακά, η πιο διαδεδομένη μέθοδος μέτρησης είναι αυτή των Tanner-Whitehouse et. al. ( 1983 ) καθώς και η Greulich-Pyle. Απ' την άλλη πλευρά, το πιο άμεσο εργαλείο ελέγχου της ωρίμανσης των αθλητών είναι η παρατήρηση. Η εξέταση των αναλογιών του σώματος σε σχέση με την πραγματική ηλικία, μπορεί να καθορίσει αν ένα άτομο αναπτύσσεται κανονικά η όχι. Τέτοιοι πίνακες σύγκρισης, υπάρχουν σε συγγράμματα εξελικτικής ψυχολογίας και δείχνουν το επίπεδο ωρίμανσης ανάλογα με την εκατοστιαία θέση των τιμών που παίρνουμε ( Παρασκευόπουλος, 1990 ). Δηλαδή, μετρώντας το βάρος και ύψος των αθλητών μας και συγκρίνοντας με τις νόρμες ελέγχου μπορούμε να δούμε το ποσοστό των συνομηλίκων μαθητών που βρίσκονται επάνω ή κάτω από την τιμή αυτή ( Παπαγεωργίου, 1974). Με αυτό το τρόπο μπορούμε να εξάγουμε γενικά συμπεράσματα σχετικά με την μέχρι την ώρα της μέτρησης σχετική βιολογική ωρίμανση. Επίσης, η έναρξη της ήβης, συνοδεύεται από τεράστιες αλλαγές στην εμφάνιση των παιδιών όπως τριχοφυΐα ή μεταβολές στην χροιά της φωνής που είναι οι ειδοποιοί για την σωματική και ψυχοσυναισθηματική ωρίμανση, όπως από πολύ παλιά έχει αναγνωριστεί στο έργο του Hall (1904 ). Η Σχέση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών με την απόδοση Η απόδοση στον αθλητικό χώρο είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης διαδικασίας όπου πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες επηρεάζουν. Εκτός από τους παράγοντες που αναφέρονται στα βιολογικά χαρακτηριστικά και στην κληρονομικότητα, η επιλογή των αθλητικών ταλέντων έχει άμεση σχέση με κάποια ιδιαίτερα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Βέβαια, είναι αρκετά δύσκολο να ανιχνευτούν και να κατηγοριοποιηθούν εκείνα τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προσόντα που θα πρέπει να έχει κάποιος για να θεωρηθεί ταλέντο. Είναι όμως αποδεκτό σύμφωνα με τον Thomson et.al. ( 1985), ότι η αθλητική απόδοση εξαρτάται από ψυχολογικές παραμέτρους, οι οποίες όπως αναφέρει ο συγγραφέας συνεισφέρουν τόσο όσο και οι αντίστοιχες βιολογικές στην απόδοση. Αυτό σημαίνει, ότι θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ' όψιν και η ψυχοσυναισθηματική συμπεριφορά των νέων αθλητών ακόμα και στα στάδια της επιλογής των ταλέντων. Επίσης, ο ( Bompa, 1985 ), αναφέρει ότι μαζί με τα βιολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά των γονιών τους, τα παιδιά τείνουν να κληρονομούν και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους. Επίσης, το οικογενειακό περιβάλλον επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την αθλητική επιτυχία ( Cote, 1999 ), Στην προσπάθεια για κατηγοριοποίηση των χαρακτηριστικών εκείνων όπου θα πρέπει να έχει ένας αθλητής για να χαρακτηριστεί ταλέντο ή καλύτερα στην καταγραφή εκείνων των ιδιαίτερων ψυχολογικών χαρακτηριστικών που συντελούν στην βελτίωση στης αθλητικής απόδοσης, οι (Csikszentmihalyi, Rathunde, Whalen 1993 ), αναφέρουν ότι τα αθλητικά ταλέντα ήταν περισσότερο προσηλωμένα στη προπόνηση από τα άλλα παιδιά στα χρόνια της εφηβείας. Εξίσου σημαντικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά για την απόδοση θεωρούνται η αποφασιστικότητα, η εσωτερική παρόρμηση και η αισιοδοξία ( Hardy, Jones, Gould, 1996; Hemedy, 1996; Orlick, Partington, 1988; Williams, Krane, 2001). Το πρόβλημα του άγχους έχει απασχολήσει τους επιστήμονες αρκετά, μιας και το άγχος είναι παράγοντας ρύθμισης της απόδοσης σε όλα τα επίπεδα αθλητών. Έτσι, η ικανότητα αντιμετώπισης του άγχους είναι σημαντική, σύμφωνα με τις επισημάνσεις των συγγραφέων που ήδη αναφέρθηκαν ως παράγοντας θετικής ή αρνητικής απόδοσης. Επίσης, μελέτη σε αθλητές Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης Εθνικού επιπέδου σχετικά με το πρόβλημα του άγχους, παρατηρεί ότι οι πηγές προέλευσης του άγχους ποικίλουν και έχουν να κάνουν με εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες ( Bawden, Chell, Maynard, 2003 ). Εξ' ίσου σημαντικός παράγοντας είναι η αυτοπεποίθηση. Στον αθλητή, η εμπιστοσύνη στον εαυτό του θα πρέπει να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα ( Jones, Hardy, 1990; Hemedy, 1986). Η προσμονή της επιτυχίας είναι ένας παράγοντας που βελτιώνει την αυτοπεποίθηση, σύμφωνα με τον ( Kauss, 1980). « Η αυτοπεποίθηση είναι καθρέπτης των ικανοτήτων» επισημαίνει χαρακτηριστικά ο De Venzio, (1997 ), θέλοντας να υποδηλώσει, ότι η προπονητική διαδικασία και το πόσο ο αθλητής θεωρεί ότι είναι « έτοιμος » για τον αγώνα ή όχι, επηρεάζει άμεσα και τη ψυχολογική διάθεση. Παρόμοια συμπεράσματα αναφέρουν και οι ( Yoshizawa et.al., 1992 ), σε σχέση με τις μεταβολές στη ψυχολογική διάθεση και τα αποτελέσματα των αγώνων. Η μελέτη αυτή, προσαρμοσμένη σε αθλητές Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η απόδοση καθώς και η νίκη ή όχι σε κάποιον αγώνα έχει σημαντική σχέση με το κίνητρο για περαιτέρω προπόνηση. Αυτό είναι ακόμα ένας παράγοντας που επαληθεύει την άρρηκτη σχέση μεταξύ ψυχολογίας και προπονητικής. Επίσης, οι ( Bawden, Waldner, Maynard, 2003 ), μεταξύ των άλλων αναφέρουν ότι η καλή ψυχική διάθεση, η εμπιστοσύνη στο προπονητή, η αυτοπεποίθηση και τα κίνητρα είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που συνεισφέρουν στην εξέλιξη νεαρών αθλητών Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης. Ωστόσο, στο ζήτημα επιλογής αθλητικών ταλέντων βάση ιδιαίτερων ψυχολογικών χαρακτηριστικών, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κάποιος ιδιαίτερος τύπος που να αποτελεί κριτήριο επιλογής σύμφωνα με τους ( Morris, 2000; Auweele et. al., 1993; Vealey, 1992 ). Μολονότι, έχουν επισημανθεί κάποια ψυχικά γνωρίσματα που συνήθως τα αθλητικά ταλέντα διαθέτουν, όπως αυτοπεποίθηση, διατήρηση αυτοσυγκέντρωσης και προσοχής κατά τη διάρκεια του αγώνα και υψηλότερο κίνητρο για νίκη Auweele et. al. ( 1993 ), δεν υπάρχει ακόμα συσχέτιση ότι αυτού του είδους η συμπεριφορά μπορεί να αποτελεί κριτήριο επιλογής ταλέντου ( Morris, 2000; Vealey, 1992). Σημαντικό ερώτημα αποτελεί αν και κατά πόσο η επιλογή ταλέντων θα πρέπει να βασίζεται σε τέτοιου είδους κριτήρια, τα οποία ενδέχεται να αλλάζουν από μέρα σε μέρα. Πάντως, προς το παρόν η χρήση ψυχολογικών μεθόδων για την επιλογή ταλέντων δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επιστημονικά ( Fisher, Borms, 1990). Άρθρο του Περιφερειακού Ομοσπονδιακού προπονητή Μιχάλη Κατσικαδέλη, MSc-PE Βιβλιογραφία Auweele, Y.V., Cuyper, B.D., Mele, V.V., Rzewnicki, R. (1993). Elite performance and personality: From description and prediction to diagnosis and intervention. In a Handbook of Research on Sport Psychology (edited by R. Singer, M. Murphey and L.K. Tennant), ( pp.257-292 ). New York: Macmillan. Balyi, I. (2004). Long-Term Athlete Development: Trainability in Childhood and Adolescence. Windows of Opportunity, Optimal Trainability. USOC Olympic Coach E-magazine. Baxter-Jones, A. (1995). Growth and development of young athletes. Should competition levels be age related? Sports Medicine, 20, 59-64. Bawden, M.A.K., Waldner, J., Maynard, I.W. ( 2003 ). Proceedings of the 3rd World Congress of Science and Racket Sports - 8th International Table Tennis Federation Sports Science Congress. The perception of factors that contribute to world class table tennis performance: a comparison of the English and Swedish national junior squads. National Institute of Sport, Paris, France. Bompa,T.O. (1985). Talent Identification. Science Periodical On Research and Technology in Sport. 1-11. Cote, J. (1999). The influence of the family in the development of talent in sport. The Sport Psychologist, 13, 395-417. Csikszentmihalyi, M., Rathunde, K., Whalen, S. (1993). Talented teenagers: The roots of success and failute. New York: Cambridge DeVenzio, D. (1997). Think like a Champion. Charlotte, North Carolina: The Fool Court Press. Fisher, R.J., Borms, J. (1990). The Search for Sporting Excellence. Sport Science Studies 3. International Council of Sport Science and Physical Education. Germany: Karl Hoffman Hall, S. (1904). Adolence: its psychology and its relation to physiology, anthropology, sociology, sex, crime, religion and education. vol 2 :p561-571 Hardy, L., Jones, G., Gould, D. (1996). Understanding Psychological Preparation for Sport: Theory and Practice of Elite Performers. Wiley, Chichester. Harre, D. (1991). Principles of Sports Training. Introduction to the Theory and Methods of Training. Μτφ.Β.Κλεισούρας, Εκδόσεις Συμμετρία. Hemery, D. (1986). The Pursuit of Sporting Excellence. London: Collins Katzmarzyk,P., Malina,R., Beuner.G. (1997) The contribution of biological maturation to the strength and motor fitness of children. Ann Hum Biol. 24(6) 493-505 Kauss, D. (1980). Peak Performance. London: Prentice-Hall International, Inc Malina, R.M., Pena, Reyes, M.E., Eisenmann, J.C., Horta, L., Rodrigues, J., Miller, D. (2000). Height, mass and skeletal maturity of elite Portuguese soccer players aged 11-16 years. Journal of Sport Sciences, 18, 685-693 Morris, T. ( 2000 ) Psychological characteristics and talent identification in soccer. Journal of Sport Sciences, 18, 715-726. Orlick, T., Partington, J. (1988). Mental links to excellence. The Sport Psychologist.2:105-130. Tanner, J. M., Whitehouse, R. H., Cameron, N., Matshall, W. A., Healy, M. J. R. & Goldstein, H. (1983). The Assessment of Skeletal Maturity and the Prediction of Adult Height (TW2 Method), 2nd ed. Academic Press, London, U.K. Thomson, R.W., and Beavis, N. ( 1985 ). Talent Identification in Sport. Report on behalf of the Otego University and Community Sports Trust for the New Zealand Sports Foundation Inc. and the Ministry of Recreation and Sport. The New Zealand Sports Foundation Inc, Wellington, New Zealand, vi, 196 leaves. Yoshizawa, O., Naoki, Y., Yoji, Y., Kiyoshi,T., Yuji,Y. ( 1996 ). The Effect of Results on Table Tennis Games on Athletic Motivation. International Journal of Table Tennis Sciences, No1:45-50 Vealey, R.S. ( 1992 ). Personality and sport: A comprehensive view. In Advances in Sport Psychology (edited by T.S. Horn) ( pp.25-59 ). Champaign, IL: Human Kinetics Williams, A.M., Reilly, T. ( 2000 ). Talent Identification and development in soccer. Journal of Sport Sciences, 18, 657-667. Williams, J, M., Krane, V. (2001) Psychological characteristics of peak performance. In J. M. Williams (Eds) Applied sport psychology: Personal growth to peak performance (4th ed) (172-178) Παρασκευόπουλος, Ι. (1990). Εξελικτική Ψυχολογία. Συγγράμματα Πανεπιστημίου Αθηνών. Παπαγεωργίου, Κ. (1974). Σωματομετρική μελέτη και έλεγχος της εμφανίσεως της ήβης επί μαθητών ηλικίας 7 ως 16 ετών. Διδακτορική Διατριβή. Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης |